Χαρά Κεφαλίδου: Κατάθεση Τροπολογιών για πλαίσιο προστασίας της κύριας κατοικίας, των εγγυητών τραπεζικών δανείων & κανόνες δεοντολογίας των funds
Κατάθεση Τροπολογιών Αρ.1603/225/20.02.2023, 1604/226/20.02.2023 και 1605/225/20.02.2023

Η Χαρά Κεφαλίδου, βουλευτής Δράμας, επανακατέθεσε μαζί με την Κοινοβουλευτική Ομάδα του ΠΑΣΟΚ – Κινήματος Αλλαγής, τρεις (3) Τροπολογίες για το πλαίσιο προστασίας της κύριας κατοικίας, των εγγυητών τραπεζικών δανείων & κανόνες δεοντολογίας των funds, στο σχέδιο νόμου του Υπουργείου Οικονομικών: «Ρυθμίσεις για την εξαγορά κατεχομένων ακινήτων της ιδιωτικής περιουσίας του Δημοσίου, ακινήτων του Ταμείου Εθνικής Άμυνας, λοιπές διατάξεις για την ιδιωτική περιουσία του Δημοσίου και άλλες διατάξεις αρμοδιότητας Υπουργείου Οικονομικών», επιμένοντας στην ανάγκη επικαιροποίησης του νόμου του ΠΑΣΟΚ του 2010, την απόλυτη προστασία της αγροτικής γης και ένα συνολικό πλαίσιο διαχείρισης του ιδιωτικού χρέους με 120 δόσεις για χρέη σε εφορία και ΕΦΚΑ με δυνατότητα «κουρέματος» της οφειλής για τους συνεπείς της ρύθμισης.

Ακολουθούν τα πλήρη κείμενα των Τροπολογιών:

ΤΡΟΠΟΛΟΓΙΑ Αρ.1603/225/20.02.2023

Στο σχέδιο νόμου του Υπουργείου Οικονομικών: «Ρυθμίσεις για την εξαγορά κατεχομένων ακινήτων της ιδιωτικής περιουσίας του Δημοσίου, ακινήτων του Ταμείου Εθνικής Άμυνας, λοιπές διατάξεις για την ιδιωτική περιουσία του Δημοσίου και άλλες διατάξεις αρμοδιότητας Υπουργείου Οικονομικών»

 Θέμα: «Ενίσχυση των κανόνων δεοντολογίας στην ανεύρεση της κατάλληλης λύσης ρύθμισης, βελτίωση της αποτελεσματικότητας του εξωδικαστικού μηχανισμού ρύθμισης οφειλών  και θέσπιση υποχρεώσεων στις Εταιρείες  Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις για υπεύθυνη εξυπηρέτηση των δανειοληπτών»

Αιτιολογική Έκθεση

Με το προτεινόμενο άρθρο γίνεται ένα σημαντικό βήμα ώστε ο Κώδικας Δεοντολογίας του ν. 4224/2013, του οποίου η εφαρμογή τα τελευταία έτη έχει αδρανήσει,   να αποτελέσει ένα ουσιαστικό εργαλείο ρύθμισης των οφειλών τους, ιδίως προς αποτροπή πλειστηριασμών σε βάρος της κατοικίας τους. Για πρώτη φορά θα ελέγχεται επί της ουσίας  η προτεινόμενη ρύθμιση, αφού οι πιστωτές θα υποχρεούνται να  αιτιολογούν την απόρριψη της αντιπρότασης των δανειοληπτών, ενώ ιδρύονται επιτροπές εκτός τραπεζών ή εταιρειών διαχείρισης που θα μπορούν να προσφεύγουν οι δανειολήπτες για την επιδίωξη της κατάλληλης ρύθμισης. Συγχρόνως, λαμβάνονται μία σειρά από μέτρα, ώστε οι  εταιρείες διαχείρισης των δανείων να υποχρεωθούν σε μία  καλύτερη εξυπηρέτηση των δανειοληπτών και την τήρηση, σε κάθε περίπτωση,  των υποχρεώσεών τους που απορρέουν από τον Κώδικα Δεοντολογίας, τη νομοθεσία για την προστασία των καταναλωτών και τις σχετικές Πράξεις της Τράπεζας της Ελλάδος. Περαιτέρω, βελτιώνεται  ο εξωδικαστικός μηχανισμός ρύθμισης οφειλών του ν. 3754/2020, καθιστώντας, μεταξύ άλλων,  υποχρεωτική τη συμμετοχή των πιστωτών, την υποχρέωση αιτιολόγησης της πρότασής του και την παροχή της δυνατότητας του Οφειλέτη να προσφύγει ομοίως σε ειδική επί τούτου ανεξάρτητη Επιτροπή. Ειδικότερα:

Με την πρώτη παράγραφο θεσπίζεται η τήρηση  του Κώδικα Δεοντολογίας του Ν. 4224/2013 της Τράπεζας της Ελλάδος ως υποχρέωση  των Πιστωτικών ή Χρηματοδοτικών Ιδρυμάτων  και των Εταιρειών  Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις (Ε.Δ.Α.Δ.Π.)  απέναντι στον Δανειολήπτη. Μέχρι σήμερα ο Κώδικας Δεοντολογίας  θεωρείται ότι παράγει  διοικητικές υποχρεώσεις των τραπεζών, υπαγόμενες στην εποπτεία της Τράπεζας της Ελλάδος, όχι όμως  και ότι θεμελιώνει απ’ ευθείας αξιώσεις  των δανειοληπτών για την τήρησή του. Η δε Τράπεζα της Ελλάδος δεν εξετάζει καταγγελίες που αφορούν την παραβίαση και τις συνέπειές της σε ατομικές περιπτώσεις. Πλέον, ο Δανειολήπτης έχει δικαίωμα απέναντι στον πιστωτή του για την εφαρμογή του Κώδικα Δεοντολογίας στην περίπτωσή του. Η μη επιδίωξη της κατάλληλης ρύθμισης, με βάση τις διατάξεις του Κώδικα, παρέχει στον Δανειολήπτη τη δυνατότητα να απαιτήσει την αποκατάσταση κάθε ζημίας που υφίσταται από αυτή αλλά και την ακύρωση πράξεων καταγγελίας ή εκτέλεσης σε βάρος του.

Με τη δεύτερη παράγραφο θεσπίζεται ρητά η υποχρέωση των πιστωτικών ιδρυμάτων να επιδιώκουν , ανεξαρτήτως της νομικής μορφής της μεταβίβασης των δανείων και μέσα στους δώδεκα μήνες πριν από αυτή, τη ρύθμιση της οφειλής από δάνειο σε καθυστέρηση με βάση τις διατάξεις του Κώδικα Δεοντολογίας.

Με την τρίτη παράγραφο θεσπίζεται και  η υποχρέωση των πιστωτικών ιδρυμάτων, ανεξαρτήτως της ισχύος του δικαιώματος προαίρεσης του Δανειολήπτη, η καθιέρωση του οποίου έχει προταθεί με άλλη τροπολογία, να ενημερώνεται ο Δανειολήπτης ότι η Τράπεζα, σε περίπτωση που δεν αποδεχθεί την προτεινόμενη λύση, θα μεταβιβάσει το δάνειο σε εταιρεία απόκτησης των απαιτήσεων. Τούτο δε προκειμένου να αποφεύγεται ο αιφνιδιασμός του δανειολήπτη. Η τράπεζα υποχρεούται να του γνωστοποιήσει την τελευταία της πρόταση ρύθμισης, αυτή που προκύπτει με βάση τον Κώδικα, ή άλλη ευμενέστερη, θέτοντας προθεσμία τριάντα ημερών να την αποδεχθεί.

Με την τέταρτη παράγραφο δεν επιτρέπεται να γίνει πλειστηριασμός σε βάρος ακινήτου κύριας κατοικίας αν δεν έχει προηγηθεί τους τελευταίους δώδεκα μήνες  προσπάθεια ρύθμισης της οφειλής με βάση τις διατάξεις του Κώδικα Δεοντολογίας.

Με την πέμπτη παράγραφο  δεν λαμβάνονται υπόψη για τον περιορισμό των δικαιωμάτων του δανειολήπτη από τον Κώδικα Δεοντολογίας η κατάταξη δανειοληπτών ως μη συνεργάσιμων πριν την έναρξη της εφαρμογής του παρόντος άρθρου. Με δεδομένο ότι ο Κώδικας μέχρι σήμερα δεν παρείχε άμεσα δικαιώματα στον Δανειολήπτη και συχνά  χρησιμοποιούνταν ως  μέσο από την τράπεζα για τη συλλογή πληροφόρησης  με σκοπό την καταδίωξή του, ενώ κατά κόρον δεν παρήγαγε ουσιαστικές λύσεις, η έλλειψη συνεργασιμότητας στο παρελθόν δεν μπορεί να αποδοθεί  σε απροθυμία του οφειλέτη.

Με την έκτη παράγραφο  καθιερώνεται η υποχρέωση των Πιστωτικών ή Χρηματοδοτικών Ιδρυμάτων  και των Εταιρειών  Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις (Ε.Δ.Α.Δ.Π.), να αιτιολογούν,   με βάση τις αρχές και τα κριτήρια του Κώδικα Δεοντολογίας, την προσωπική κατάσταση του οφειλέτη, τις μεταβολές στην ικανότητά του αποπληρωμής των οφειλών αλλά και το εκτιμώμενο κόστος της πίστωσης για τον πιστωτή,  λαμβάνοντας υπόψη και την ενδεικτική αναφορά τύπων λύσεων που εμπεριέχεται στο Παράρτημα ΙΙ του Κώδικα Δεοντολογίας του Ν. 4224/2013, την προτεινόμενη λύση ρύθμισης ή διευθέτησης της οφειλής όταν ιδίως απορρίπτεται η αντιπρόταση του Δανειολήπτη. Μεταξύ δε αυτών, λοιπόν, περιλαμβάνεται και το εκτιμώμενο ή δηλούμενο κόστος αγοράς του δανείου.  Είναι δε προφανώς αδικαιολόγητο, απέναντι σε έναν δανειολήπτη που αντιμετωπίζει μεγάλες δυσχέρειες, εξαιτίας των οποίων άλλωστε το δάνειο απαξιώθηκε, η Εταιρία Διαχείρισης που ενεργεί για λογαριασμό του fund να επιδεικνύει αμείλικτη στάση ως προς το ύψος του ποσού ή τη διάρκεια της ρύθμισης. Επισημαίνεται ότι μέχρι σήμερα ο Κώδικας Δεοντολογίας δεν προέβλεπε καμία τέτοια υποχρέωση, με αποτέλεσμα στην πράξη να έχει καταστεί ως διαδικασία κενή ουσιαστικού περιεχομένου. Η αιτιολογία της πρότασης εισάγει πλέον την εξέταση της ορθότητας της προτεινόμενης ρύθμισης. Οι ρυθμίσεις του παρόντος άρθρου αξιοποιούν την Οδηγία 2021/2167 ΕΕ για τους διαχειριστές πιστώσεων και τους αγοραστές πιστώσεων και την τροποποίηση των οδηγιών 2008/48/ΕΚ και 2014/17/ΕΕ , ή τοι των οδηγιών για την καταναλωτική και στεγαστική πίστη.

Με την έβδομη παράγραφο προβλέπονται αστικές κυρώσεις σε βάρος της πιστωτή για την παραβίαση των υποχρεώσεών του από τον Κώδικα Δεοντολογίας.

Με την όγδοη παράγραφο καθιερώνεται το δικαίωμα προσφυγής του Δανειολήπτη, σε περίπτωση που δεν είναι ικανοποιημένος με την προτεινόμενη  ρύθμιση,   σε Επιτροπή εκτός Τράπεζας ή Εταιρείας Διαχείρισης, για την επιδίωξη βελτιωμένης πρότασης, την Επιτροπή Διευθέτησης Οφειλών που συστήνεται με την επόμενη παράγραφο. Ειδικότερα, με προσθήκη σχετικού άρθρου στο ν. 4224/2013 προβλέπεται  ότι οι οφειλέτες μπορούν  να προσφύγουν στις τριμελείς επιτροπές διευθέτησης των οφειλών που συγκροτούνται σε κάθε Περιφερειακή Ενότητα  από την Ειδική Γραμματεία Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους. Αυτές αποτελούνται από ένα στέλεχος προερχόμενο από το προσωπικό των εποπτικών ή διαμεσολαβητικών αρχών που εμπλέκονται σε θέματα υπερχρέωσης ή τραπεζικών συναλλαγών ως πρόεδρο, από τον εκπρόσωπο της Ελληνικής Ένωσης Τραπεζών και από τον εκπρόσωπο των καταναλωτών ή δανειοληπτών. Η εν λόγω επιτροπή, εκτιμώντας τα στοιχεία του φακέλου, προβαίνει σε μία τελευταία προσπάθεια, με την υποβολή πρότασης διευθέτησης της οφειλής και θέση προθεσμίας, στον Οφειλέτη και τους πιστωτές,  είκοσι ημερών για την αποδοχή της.

Με την παράγραφο 9, διασφαλίζεται ότι οι δανειολήπτες θα λαμβάνουν από τις  Εταιρείες Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις  την εξυπηρέτηση που αντιστοιχεί σε αυτή που θα είχαν αν τα δάνειά τους εξακολουθούσαν να βρίσκονται σε πιστωτικά ιδρύματα και κάθε αναγκαία πληροφόρηση για την άσκηση των δικαιωμάτων τους. Δεν πρέπει να παραβλέπεται ότι τα δάνεια συνιστούν πρωτίστως σχέσεις συνεργασίας με τις τους πιστωτές, οι οποίες και θα πρέπει να συνεχίζουν και στην εταιρεία που αναλαμβάνει τη διαχείρισή τους. Με τις διατάξεις αυτές υποχρεώνονται οι εταιρίες να διαθέτουν αντίστοιχες υποδομές επικοινωνίας  και να παρέχουν στους οφειλέτες, περιοδικά αλλά και μετά από αίτημά τους, κάθε αναγκαία ενημέρωση για το ύψος και τη διαμόρφωση της οφειλής τους.

Τέλος, με τις παραγράφους 10 και 11 εισάγονται τέσσερις σημαντικές αλλαγές στη λειτουργία του εξωδικαστικού μηχανισμού ρύθμισης οφειλών που αναμένεται να βελτιώσουν σημαντικά τη λειτουργία του.

Πρώτον, καθιερώνεται ως υποχρεωτική η συμμετοχή των πιστωτών στη διαδικασία. Η υποχρεωτικότητα  της συμμετοχής είναι επιβεβλημένη από τη στιγμή που  οι πιστωτές λαμβάνουν γνώση όλων των κρίσιμων στοιχείων του οφειλέτη, αποκτώντας πρόσβαση και στο φορολογικό και τραπεζικό απόρρητο. Διαφορετικά, θα οδηγούμασταν στην καθιέρωση μίας διαδικασίας, η οποία, μολονότι θεσπίζεται χάριν διευκόλυνσης του οφειλέτη, οι πιστωτές επωφελούνται εις βάρος των δικαιωμάτων του.

Δεύτερον, καθιερώνεται η υποχρέωση αιτιολόγησης της πρότασης με βάση τις αρχές και τα κριτήρια του Κώδικα Δεοντολογίας  και άλλα κριτήρια που ορίζονται στη διάταξη, ώστε να συμμετέχει κατά τρόπο ουσιαστικό και ελεγχόμενο ο πιστωτής.

Τρίτον, προβλέπεται και εν προκειμένω η δυνατότητα προσφυγής στην ανεξάρτητη Επιτροπή Διευθέτησης Οφειλών του άρθρου 1Α του Ν. 4224/2013, η οποία και θα εκδίδει σχετική σύσταση για τη σύναψη και το περιεχόμενο της σύμβασης αναδιάρθρωσης.

Τέταρτον, για τους πιστωτές  που αρνούνται να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις συμμετοχής και υποβολής αιτιολογημένων προτάσεων, προβλέπεται ως κύρωση ότι δεν μπορούν να προχωρήσουν, τουλάχιστον για ένα έτος,  σε καταγγελία σύμβασης ή να εκκινήσουν ή να  συνεχίσουν αναγκαστική εκτέλεση ή να απαιτήσουν εφεξής τόκους υπερημερίας

Είναι προφανές ότι η μη τήρηση των παραπάνω υποχρεώσεων μπορεί να οδηγεί, πέραν των κυρώσεων που προβλέπονται,  σε καταχρηστικές και μη  νόμιμες διαδικασίες εκτέλεσης, παρέχοντας τη δυνατότητα στον οφειλέτη να αμυνθεί απέναντι σε αδικαιολόγητες ενέργειες εκτέλεσης εκ μέρους των πιστωτών.

Τροπολογία – Προσθήκη

Στο σχέδιο νόμου του Υπουργείου Οικονομικών: «Ρυθμίσεις για την εξαγορά κατεχομένων ακινήτων της ιδιωτικής περιουσίας του Δημοσίου, ακινήτων του Ταμείου Εθνικής Άμυνας, λοιπές διατάξεις για την ιδιωτική περιουσία του Δημοσίου και άλλες διατάξεις αρμοδιότητας Υπουργείου Οικονομικών»

Άρθρο …

Ενίσχυση των κανόνων δεοντολογίας στην ανεύρεση της κατάλληλης λύσης ρύθμισης, βελτίωση της αποτελεσματικότητας του εξωδικαστικού μηχανισμού ρύθμισης οφειλών  και θέσπιση υποχρεώσεων στις Εταιρείες  Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις για υπεύθυνη εξυπηρέτηση των δανειοληπτών

  1. Οι υποχρεώσεις του Πιστωτικού ή Χρηματοδοτικού Ιδρύματος και της Εταιρείας  Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις (Ε.Δ.Α.Δ.Π.) που απορρέουν στον Κώδικα Δεοντολογίας του Ν. 4224/2013, όπως ισχύει,  για τον διακανονισμό των οφειλών του δανειολήπτη   θεμελιώνουν αξιώσεις του δανειολήπτη για αντίστοιχη συμπεριφορά και η παραβίασή τους, εφόσον συντρέχουν και οι λοιπές υποχρεώσεις του άρθρου 914 ΑΚ, υποχρέωση προς αποκατάσταση της ζημίας του.

 

  1. Στο τέλος της παραγράφου 2 του άρθρου 3 του Ν. 4354/2015 προστίθεται εδάφιο που έχει ως ακολούθως:

«Η παρούσα παράγραφο εφαρμόζεται και στις περιπτώσεις τιτλοποιούμενων απαιτήσεων από μη εξυπηρετούμενα δάνεια, εφόσον η είσπραξη και εν γένει διαχείριση των μεταβιβαζόμενων απαιτήσεων ανατίθεται σε Εταιρείες Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις (Ε.Δ.Α.Δ.Π.)».

 

  1. Μετά την παράγραφο 2 του άρθρου 3 του Ν. 4354/2015 προστίθεται παράγραφος 2α και 2β που έχουν ως ακολούθως:

«2α.  Αναγκαία προϋπόθεση για να μεταφερθούν προς πώληση οι απαιτήσεις των πιστωτικών ή χρηματοδοτικών ιδρυμάτων από μη εξυπηρετούμενα δάνεια είναι να έχει προηγηθεί έγγραφη ενημέρωση του δανειολήπτη για την επικείμενη μεταβίβαση, καλώντας τον να ασκήσει είτε το δικαίωμα προαίρεσης, σύμφωνα με όσα ορίζονται στο νόμο,  είτε να τον καλεί να τον καλεί να αποδεχθεί την πρόταση της προηγούμενης παραγράφου ή άλλη ευμενέστερη για τον Δανειολήπτη, θέτοντας σε αυτόν προθεσμία τριάντα ημερών για την αποδοχή της.

2β. Η μη τήρηση των προϋποθέσεων των παραγράφων 2α και 2β καθιστά τις τις μεταβιβάσεις άκυρες»

  1. Προϋπόθεση για την έναρξη διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης των Πιστωτικών ή Χρηματοδοτικών Ιδρυμάτων και των Εταιρειών Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις (Ε.Δ.Α.Δ.Π.)  σε βάρος της κύριας κατοικίας του Δανειολήπτη είναι να έχει επιδιωχθεί ή να έχει  απευθυνθεί σε αυτόν πρόσκληση τους τελευταίους δώδεκα μήνες για τον διακανονισμό της οφειλής του σύμφωνα με τις διατάξεις του  Κώδικα Δεοντολογίας του Ν. 4224/2013. Η αναγκαστική εκτέλεση δεν αρχίζει πριν κοινοποιηθεί στον  Δανειολήπτη, κατά του οποίου διενεργείται η εκτέλεση, βεβαίωση για την τήρηση της υποχρέωσης του προηγούμενου εδαφίου με την αιτιολογία για την ανεπιτυχή έκβαση.

 

  1. Όπου σε διάταξη νόμου προβλέπεται ότι εξαιρούνται από τις ανωτέρω υποχρεώσεις οφειλέτες μη συνεργάσιμοι κατά την έννοια της παρ. 2 του άρθρου 1 του ν. 4224/2013, η εξαίρεση αυτή καταλαμβάνει οφειλέτες που επιδείξουν μη συνεργάσιμη συμπεριφορά από την έναρξη ισχύος του παρόντος άρθρου.

 

  1. Σε περίπτωση αντιπρότασης του Δανειολήπτη, εφόσον αυτή δεν γίνεται δεκτή, η πρόταση κατάλληλης λύσης ρύθμισης ή οριστικής διευθέτησης σύμφωνα με την Διαδικασία Επίλυσης Καθυστερήσεων του Κώδικα Δεοντολογίας εκ μέρους των Πιστωτικών ή Χρηματοδοτικών Ιδρυμάτων  και των Εταιρειών  Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις (Ε.Δ.Α.Δ.Π.), στην οποία αυτά εμμένουν, αιτιολογείται με βάση τις αρχές και τα κριτήρια του Κώδικα Δεοντολογίας, την προσωπική κατάσταση και χαρακτηριστικά του οφειλέτη, τις οικονομικές δυνατότητες και  τις μεταβολές στην ικανότητά του αποπληρωμής των οφειλών και το εκτιμώμενο κόστος της πίστωσης για τον πιστωτή,  λαμβάνοντας υπόψη και την ενδεικτική αναφορά τύπων λύσεων που εμπεριέχεται στο Παράρτημα ΙΙ του Κώδικα Δεοντολογίας του Ν. 4224/2013.

 

  1. Πιστωτές που δεν τηρούν τη διαδικασία του Κώδικα Δεοντολογίας για την ανεύρεση της κατάλληλης ρύθμισης ή δεν ανταποκρίνονται στις προσκλήσεις για την εφαρμογή της, μολονότι έχουν υποχρέωση, δεν μπορούν να προχωρήσουν σε καταγγελία σύμβασης ή να εκκινήσουν ή να  συνεχίσουν αναγκαστική εκτέλεση ή να απαιτήσουν εφεξής τόκους υπερημερίας.

 

  1. α. Ο Δανειολήπτης, σε περίπτωση, που δεν ικανοποιείται με την πρόταση λύσης ρύθμισης ή οριστικής διευθέτησης, μπορεί να προσφύγει εντός τριάντα ημερών στην Επιτροπή Διευθέτησης Οφειλών του άρθρου 1Α Ν. 4224/2013.

β. Στον Ν. 4224/2013, προστίθεται μετά το άρθρο 1  άρθρο 1Α που έχει ως ακολούθως:

«Σύσταση Επιτροπών Διευθέτησης Οφειλών

  1. Η Ειδική Γραμματεία Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους (Ε.Γ.Δ.Ι.Χ.) συστήνει για κάθε Περιφερειακή Ενότητα Επιτροπές Διευθέτησης Οφειλών, οι οποίες αποτελούνται:

α) από εξειδικευμένο στέλεχος της Ειδικής Γραμματείας Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους (Ε.Γ.Δ.Ι.Χ.) ή του Συνηγόρου του Καταναλωτή ή του Διαμεσολαβητή Τραπεζικών και Επενδυτικών Υπηρεσιών ή Δικηγόρου ή του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου ως Πρόεδρο.

β) από έναν εκπρόσωπο της Ελληνικής Ένωσης Τραπεζών και

γ) έναν εκπρόσωπο πιστοποιημένης ένωσης καταναλωτών ή ένωσης δανειοληπτών ή της Ομοσπονδίας αυτών.

Τα μέλη προτείνονται από την Διοίκηση του αντίστοιχου φορέα, μετά από αίτημα του Ειδικού Γραμματέα Ιδιωτικού Χρέους (Ε.Γ.Δ.Ι.Χ.). Η Ειδική Γραμματεία Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους (Ε.Γ.Δ.Ι.Χ.) δύναται να συστήσει σε κάθε Περιφερειακή Ενότητα, όπου ο αριθμός υποθέσεων ή οι ειδικές συνθήκες το απαιτούν, περισσότερες Επιτροπές. Η θητεία των μελών της Επιτροπής είναι διετής και μπορεί να ανανεώνεται μία ή περισσότερες φορές

  1. Στην Επιτροπή μπορεί να προσφύγει κάθε οφειλέτης ζητώντας τη διευθέτηση οφειλής που δεν ρυθμίστηκε σύμφωνα με τις διαδικασίες του Κώδικα Δεοντολογίας.
  2. Οι υποθέσεις συζητούνται, κατά τη σειρά που ορίζει ο πρόεδρος, το αργότερο εντός δεκαπέντε (15) ημερών από την υποβολή της αίτησης ή την παραπομπή τους, μετά από πρόσκληση των ενδιαφερομένων πριν από πέντε (5) τουλάχιστον ημέρες. Οι προθεσμίες αυτές μπορούν να παρατείνονται, με απόφαση του προέδρου της Επιτροπής, μέχρι πέντε (5) ημέρες, εφόσον συντρέχουν, προς τούτο, ειδικοί λόγοι. Στη συνεδρίαση της Επιτροπής συμμετέχει και ο διαμεσολαβητής.
  3. Με απόφαση του Κυβερνητικού Συμβουλίου Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους δυνάμει του ν. 4224/2013 ρυθμίζονται τα ζητήματα σχετικά με τη λειτουργία, τη διαδικασία, τη συνεδρίαση και τη γραμματειακή υποστήριξη των Επιτροπών.
  4. Η Επιτροπή αποφαίνεται αν η άρνηση του πιστωτή ή των πιστωτών για τη διευθέτηση της οφειλής είναι αιτιολογημένη και υποδεικνύει σε περίπτωση που κρίνει, με βάση τις Αρχές του Κώδικα Δεοντολογίας του ν. 4224/2013 και της καλής πίστης, αναγκαία πρόταση ρύθμισης προς τα μέρη για τη διευθέτηση των οφειλών.  Ο οφειλέτης και οι πιστωτές ενημερώνουν εντός είκοσι (20) ημερών από τη γνωστοποίηση της υπόδειξης της Επιτροπής αν αποδέχονται την πρόταση ρύθμισης.»

 

  1. Στο τέλος του άρθρου 2 του ν. 4354/2015 προστίθεται παράγραφοι που έχουν ως εξής:

«6. Οι Ε.Δ.Α.Δ.Π. οφείλουν, από τη μεταβίβαση σε αυτές της οφειλής, να εξασφαλίζουν αντίστοιχη εξυπηρέτηση ως προς τα ζητήματα της απαίτησης με αυτή που ισχύει και για τα πιστωτικά ιδρύματα, η οποία σε κάθε περίπτωση τη δυνατότητα δια ζώσης, τηλεφωνικής και  ηλεκτρονικής επικοινωνίας με τα πρόσωπα που χειρίζονται την απαίτησή του. Οι Ε.Δ.Α.Δ.Π. τηρούν, σε ηλεκτρονική ή έγχαρτη μορφή,  διακριτό φάκελο για κάθε οφειλέτη τις απαιτήσεις κατά του οποίου διαχειρίζονται, με  όλα τα συμβατικά έγγραφα που τις τεκμηριώνουν, τις δικαστικές και εξωδικαστικές ενέργειες που έχουν διενεργηθεί. Οι  Ε.Δ.Α.Δ.Π. υποχρεούνται να παρέχουν ατελώς στον οφειλέτη, εφόσον αυτός αιτηθεί,  εντός  είκοσι  (20) ημερών, αντίγραφα εκ των εγγράφων αυτών που τηρούνται στον ως άνω  φάκελό του.

  1. Η Ε.Δ.Α.Δ.Π. υποχρεούται να παρέχει περιοδική έγγραφη ενημέρωση στους οφειλέτες ως προς την εξέλιξη των ληξιπρόθεσμων ή μη οφειλών τους που διαχειρίζεται, των τόκων και λοιπών επιβαρύνσεων, καθώς και ως προς κάθε μεταβολή του επιτοκίου. Η ενημέρωση αυτή πραγματοποιείται χωρίς οιαδήποτε οικονομική επιβάρυνση των οφειλετών και παρέχεται τουλάχιστον κάθε τρίμηνο, εκτός εάν η περίοδος εξυπηρέτησης του δανείου είναι μεγαλύτερη ή υπάρχει εκ των προτέρων συμφωνία για συχνότερη ενημέρωση. Η έγγραφη ενημέρωση μπορεί να αποστέλλεται με ηλεκτρονική αλληλογραφία (email) στη διεύθυνση ηλεκτρονικής αλληλογραφίας που έχει δηλώσει προς το σκοπό αυτό ο οφειλέτης.
  2. Η Ε.Δ.Α.Δ.Π. υποχρεούται να παρέχει στον οφειλέτη, εφόσον αυτός αιτηθεί, ατελώς, εντός  είκοσι  (20) ημερών πλήρη και ακριβή αναλυτικά στοιχεία σχετικά με το ύψος και την προέλευση της οφειλής που διαχειρίζεται, κατά κεφάλαιο, τόκους, έξοδα και προσαυξήσεις, αλλά και  αναλυτική κίνηση της εξέλιξης της οφειλής από την έναρξη της σύμβασης, συμπεριλαμβανομένων και των επιτοκίων που εφαρμόσθηκαν κατά τη διάρκεια αυτής».
  3. Οι Ε.Δ.Α.Δ.Π. επιλαμβάνονται της εξέτασης παραπόνων οφειλετών για όλα τα προϊόντα που διαχειρίζονται και τις υπηρεσίες που προσφέρουν, μέσω της ειδικής υπηρεσίας ή τμήματος που οφείλουν να έχουν συστήσει για το σκοπό αυτό. Η διαδικασία υποβολής παραπόνων ή εξέτασης διαφορών οφείλει να γνωστοποιείται στους οφειλέτες με τρόπο σαφή και κατανοητό με εμφανή ανάρτηση στην ιστοσελίδα της κάθε Εταιρείας. Το αποτέλεσμα της εξέτασης και η σχετική θέση της Εταιρείας γνωστοποιείται στους οφειλέτες που υπέβαλαν το αντίστοιχο παράπονο ή καταγγελία εντός 30 ημερών από τη λήψη αυτών.
  4. Ανά εξάμηνο οι Εταιρείες οφείλουν να γνωστοποιούν στην Τράπεζα της Ελλάδος το συνολικό αριθμό παραπόνων που έχουν υποβληθεί, κατά την ακόλουθη κατ’ ελάχιστον ανάλυση:

α) αριθμός παραπόνων κατά κατηγορία (όπως π.χ. στοιχεία οφειλών-δανείων, άρνηση επικοινωνίας, πληροφορίες σχετικά με τις τρέχουσες δόσεις)

β) μέσος χρόνος απάντησης (με αναφορά ελάχιστου και μέγιστου χρόνου)

γ) αριθμός  περιπτώσεων που επιλύθηκαν

δ) αριθμός περιπτώσεων η εξέταση των οποίων βρίσκεται σε εξέλιξη.»

 

  1. Μετά το δεύτερο εδάφιο της πρώτης παραγράφου του άρθρου 12 του ν. 3758/2020 προστίθεται εδάφιο που έχει ως ακολούθως:

«Η χορήγηση της άδειας του πρώτου εδαφίου παρέχεται  υπό την προϋπόθεση ότι ο πιστωτής που λαμβάνει γνώση όλων των παραπάνω δεδομένων, εγγράφων και στοιχείων θα συμμετέχει υποχρεωτικά σε υποβολή πρότασης ρύθμισης και θα παρέχει τις αιτιολογημένες απαντήσεις σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος κεφαλαίου».

 

  1. Το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 14 του ν. 3758/2020 αντικαθίσταται ως εξής:

«Μετά την υποβολή της αίτησης, οι πιστωτές που έχουν λάβει γνώση της αίτησης και έχουν αποκτήσει πρόσβαση στα στοιχεία του άρθρου 12 υποχρεούνται να καταθέσουν πρόταση ρύθμισης προς τον οφειλέτη, άλλως οφείλουν να αιτιολογήσουν την άρνησή τους, εκθέτοντας τους λόγους για τους οποίους δεν είναι δυνατή η υποβολή της πρότασης. Για τη διατύπωση της πρότασης ρύθμισης οι πιστωτές λαμβάνουν υπόψη τις αρχές και τα κριτήρια του Κώδικα Δεοντολογίας του Ν. 4224/2013, την προσωπική κατάσταση και τα χαρακτηριστικά του οφειλέτη, τις οικονομικές δυνατότητές του, τ  τις μεταβολές στην ικανότητά του αποπληρωμής των οφειλών και το εκτιμώμενο κόστος της πίστωσης για τον πιστωτή,  και ιδίως  τους τύπους λύσεων που εμπεριέχονται στο Παράρτημα ΙΙ του Κώδικα Δεοντολογίας του Ν. 4224/2013, με βάση και τα οποία αιτιολογούν την πρότασή τους».

 

  1. α. Το τελευταίο εδάφιο του άρθρου 15 καταργείται.

β. Μετά το άρθρο 15 του ν. 3758/2020 προστίθεται άρθρο 15Α που έχει ως εξής:

Άρθρο 15Α – Δικαίωμα προσφυγής του οφειλέτη  στην Επιτροπή Διευθέτησης Οφειλών

«1. Σε περίπτωση που παρά την παρέλευση τριάντα (30) ημερών  από την ημερομηνία υποβολής του αιτήματος δεν έχει επιτευχθεί η υπογραφή συμφωνία αναδιάρθρωσης μεταξύ πλειοψηφίας των πιστωτών και του οφειλέτη, ο τελευταίος δύναται, εντός δέκα ημερών,  να προσφύγει στην Επιτροπή Διευθέτησης Οφειλών του άρθρου 1Α του Ν. 4324/2013Ο προκειμένου να επιδιώξει τη συμφωνία για σύμβαση αναδιάρθρωσης, σύμφωνα με τις απαιτήσεις του παρόντος νόμου.

  1. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης διευκρινίζονται ζητήματα της διαδικασίας ενώπιον της Επιτροπής, με μέριμνα ώστε η διαδικασία να ολοκληρώνεται το αργότερο εντός σαράντα (40) ημερών από την υποβολή της προσφυγής.  Οι προθεσμίες που αναφέρονται στο άρθρο 16 παρατείνονται κατά ίσο χρονικό διάστημα.
  2. Πιστωτές που αρνούνται να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις συμμετοχής και υποβολή αιτιολογημένων προτάσεων, σύμφωνα με το παρόν κεφάλαιο, δεν μπορούν για ένα έτος να προχωρήσουν σε καταγγελία σύμβασης ή να εκκινήσουν ή να  συνεχίσουν αναγκαστική εκτέλεση ή να απαιτήσουν εφεξής τόκους υπερημερίας».                                                                 

 

Οι προτείνοντες βουλευτές

Μιχάλης Κατρίνης

Ευαγγελία Λιακούλη

Γεώργιος Αρβανιτίδης

Κωνσταντίνος Σκανδαλίδης

Νάντια Γιαννακοπούλου

Αντωνία (Τόνια) Αντωνίου

Ιλχάν Αχμέτ

Χρήστος Γκόκας

Γεώργιος Καμίνης

Χαράλαμπος Καστανίδης

Βασίλειος Κεγκέρογλου

Χαρά Κεφαλίδου

Οδυσσέας Κωνσταντινόπουλος

Δημήτριος Κωνσταντόπουλος

Ανδρέας Λοβέρδος

Γεώργιος Μουλκιώτης

Μπουρχάν Μπαράν

Δημήτριος Μπιάγκης

Απόστολος Πάνας

Γεώργιος Παπανδρέου

Ανδρέας Πουλάς

Γεώργιος Φραγγίδης


ΤΡΟΠΟΛΟΓΙΑ Αρ. 1604/226/20.02.2023

Στο σχέδιο νόμου του Υπουργείου Οικονομικών: «Ρυθμίσεις για την εξαγορά κατεχομένων ακινήτων της ιδιωτικής περιουσίας του Δημοσίου, ακινήτων του Ταμείου Εθνικής Άμυνας, λοιπές διατάξεις για την ιδιωτική περιουσία του Δημοσίου και άλλες διατάξεις αρμοδιότητας Υπουργείου Οικονομικών»

 Θέμα: «ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΣ ΚΑΤΟΙΚΙΑΣ ΚΑΙ ΤΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΠΡΟΑΙΡΕΣΗΣ ΤΟΥ ΔΑΝΕΙΟΛΗΠΤΗ ΣΤΗΝ ΑΓΟΡΑ ΤΟΥ ΔΑΝΕΙΟΥ ΤΟΥ»

Αιτιολογική Έκθεση

 

Μέσα στα χρόνια της οικονομικής  κρίσης τα νοικοκυριά είχαν ένα σημαντικό εργαλείο να ρυθμίσουν, με βάση τις πραγματικές τους δυνατότητες, τα χρέη τους και  να προστατεύσουν την κυρία κατοικία τους, τον Ν. 3869/2010. Ο υπερχρεωμένος οφειλέτης, εφόσον συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της δικαστικής ρύθμισης, είχε δηλαδή περιέλθει χωρίς δόλο σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής, μπορούσε να ζητήσει την προστασία της κύριας κατοικίας του, υπό την προϋπόθεση ότι σε μία μακρόχρονη ρύθμιση θα αποπλήρωνε, με το χαμηλό επιτόκιο ενός στεγαστικού δανείου, το ποσόν που οι τράπεζες θα εισέπρατταν από τη ρευστοποίησή της.

Η Κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ έθεσε ημερομηνία λήξης στην προστασία της κύριας κατοικίας του Ν. 3869/2010, αναπληρώνοντάς την, στη συνέχεια,  από το πρόσκαιρης ισχύος  και αποτυχημένο σχήμα του Ν. 4605/2019.

Η σημερινή κυβέρνηση κατήργησε ολοσχερώς το Ν. 3869/2010, θεσπίζοντας έναν πτωχευτικό κώδικα που εστίαζε στην ταχύτερη δυνατή ρευστοποίηση της περιουσίας του οφειλέτη, συμπεριλαμβανομένης της κατοικίας.

Σήμερα, η ακρίβεια, ο πληθωρισμός, οι αυξήσεις επιτοκίων, οι αποτυχημένες απαντήσεις στις προκλήσεις της ενεργειακής κρίσης, η απουσία ουσιαστικών πολιτικών στήριξης ή διευθέτησης των χρεών, δοκιμάζουν ακόμη μία φορά τις αντοχές των νοικοκυριών και επιχειρήσεων και καθιστούν σε πολλές περιπτώσεις αδύνατη την αποπληρωμή των δανείων.

Οι τράπεζες, αντί της διευκόλυνσης των ρυθμίσεων με βάση τις δυνατότητες των δανειοληπτών, προβαίνουν μαζικά στην πώληση  των δανείων. Χιλιάδες πλειστηριασμοί κατοικιών επισπεύδονται, πλέον από τις εταιρίες που έχουν αγοράσει ή αγοράζουν τα δάνεια αποβλέποντας στο γρήγορο κέρδος τους. Ο εξωδικαστικός μηχανισμός του πτωχευτικού κώδικα που ψήφισε πριν από δύο χρόνια η Κυβέρνηση και έχει εφαρμοστεί εδώ και 18 μήνες έχει αποτύχει πανηγυρικά.

Σε όλα αυτά ήρθε να προστεθεί η πρόσφατη απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, η οποία λήφθηκε με ταχύτητα ασφαλιστικών μέτρων -εντός 14 ημερών από την εκδίκαση της υπόθεσης- και η οποία ανοίγει διάπλατα το δρόμο στις Εταιρείες Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις να επισπεύδουν πλειστηριασμούς.

Ποτέ άλλοτε στο παρελθόν οι πολίτες δεν απειλούνταν με τόσο μαζικούς πλειστηριασμούς πρώτης κατοικίας. Ποτέ, όμως, δεν ήταν και τόσο απροστάτευτοι όσο σήμερα.

Είναι γι’ αυτό επιβεβλημένο, προκειμένου να αποφευχθούν τραγικά αδιέξοδα των ευάλωτων νοικοκυριών, να αποκατασταθεί το πλέγμα προστασίας της κύριας κατοικίας που προέβλεπε ο Ν. 3869/2010.

Σε αυτή τη εξαιρετικά δυσχερή για τα νοικοκυριά συγκυρία δεν μπορεί κανείς να αγνοήσει την αναγκαιότητα προστασίας της κύριας κατοικίας. Το ΠΑΣΟΚ-Κίνημα Αλλαγής, έχοντας μεριμνήσει για την προστασία της κατοικίας των νοικοκυριών στα δύσκολα χρόνια των μνημονίων, αναλαμβάνει σήμερα την πρωτοβουλία να επαναφέρει τα θεμέλια της προστασίας της κατοικίας του Ν.3869/2010, αξιοποιώντας και τις προτάσεις που έχουν υποβληθεί από κοινωνικούς φορείς και επιστημονικές ενώσεις.

Οι συνθήκες, άλλωστε, για την επανεισαγωγή της προστασίας της κύριας κατοικίας είναι πλέον περισσότερο ώριμες από κάθε άλλη φορά, λαμβάνοντας υπόψη και τη διασφαλισμένη πλέον   πρόσβαση των πιστωτών σε όλα τα κρίσιμα οικονομικά δεδομένα του δανειολήπτη, γεγονός που αποκλείει τους στρατηγικούς κακοπληρωτές. Η αποκατάσταση της προστασίας της κύριας κατοικίας θα προσφέρει στα υπερχρεωμένα νοικοκυριά μία στοιχειώδη διαπραγματευτική δύναμη για την επιδίωξη μίας ουσιαστικής, ρεαλιστικής και κατάλληλης ρύθμισης.

Με τα άρθρα που ακολουθούν  επαναφέρεται η προστασία της κύριας κατοικίας, όπως κατά βάση προβλεπόταν κατά το χρόνο που  έληξε η προστασία της. Κάθε φυσικό πρόσωπο, ανεξαρτήτως επαγγελματικής ιδιότητας, που βρίσκεται σε αποδεδειγμένη αδυναμία πληρωμής μπορεί να σώσει την κατοικία του, ρυθμίζοντας οφειλές μέχρι το ύψος της αξίας της.  Έτσι, η  προστασία της κατοικίας κατοχυρώνεται κατά τρόπο που δεν ζημιώνει τους πιστωτές. Συγχρόνως, όμως, για την περίπτωση που ο οφειλέτης αδυνατεί να καταβάλλει τη δόση του, ρυθμίζεται, υπό προϋποθέσεις,  η δυνατότητα συνεισφοράς του Δημοσίου.

Με την προτεινόμενη διάταξη, επίσης, προστατεύεται για τον αγρότη με αντίστοιχους  όρους όση έκταση αγρών  είναι αναγκαία για να εξακολουθεί να ασκεί το επάγγελμά του και να καλύπτει τις βιοτικές του ανάγκες.

Τέλος, επαναφέρουμε, με την τροπολογία, την πρόταση του ΠΑΣΟΚ-Κίνημα Αλλαγής για την κατοχύρωση του δικαιώματος  του οφειλέτη στην αγορά του δανείου, η σημασία  της οποίας έχει αναδειχθεί πλέον κατά τρόπο εμφαντικό, τόσο για την προστασία των οφειλετών όσο τελικά και της περιουσίας των ίδιων των τραπεζών.

Ειδικότερα:

Η προστασία της κύριας  κατοικίας

Με το άρθρο 1 προβλέπεται το δικαίωμα του οφειλέτη να ζητήσει την εξαίρεση της κύριας κατοικίας του από τη ρευστοποίηση, εφόσον αυτή δεν υπερβαίνει σε αντικειμενική αξία τα προκαθορισμένα στη διάταξη όρια. Η αξία της κατοικίας που μπορεί να εξαιρεθεί από τη ρευστοποίηση δεν μπορεί να υπερβαίνει για έναν άγαμο οφειλέτη τις 200.000 ευρώ, αυξάνεται όμως ανάλογα με τα μέλη της οικογένειας και μπορεί να ανέλθει μέχρι τις 300.000 ευρώ για μία τετραμελή οικογένεια.

Για την εξαίρεση της κύριας κατοικίας από τη ρευστοποίηση, ο οφειλέτης υποχρεούται να καταβάλλει σε μία μακρόχρονη ρύθμιση το ποσό που αντιστοιχεί στην αξία ρευστοποίησης της κατοικίας. Για τον καθορισμό της διάρκειας αποπληρωμής λαμβάνονται υπόψη οι δυνατότητες του οφειλέτη, σε συνάρτηση με το συμφέρον των πιστωτών για τη βέλτιστη διάρκεια εφικτής αποπληρωμής. Η διάρκεια της ρύθμισης μπορεί έτσι να φθάνει τα 35 έτη. Προβλέπεται, ωστόσο,  η δυνατότητα των πιστωτών να αιτούνται ανά πέντε έτη τη σύντμηση του χρόνου αποπληρωμής, εφόσον έχει βελτιωθεί σημαντικά το εισόδημα του οφειλέτη, όπως άλλωστε και η δυνατότητα του οφειλέτη να ζητήσει την παράταση της ρύθμισης μέχρι τα 35 έτη, εφόσον έχει επιδεινωθεί το εισόδημά του.

Ειδικά για την πρώτη τριετία, λόγω της αδυναμίας του οφειλέτη, το δικαστήριο μπορεί να θεσπίσει μειωμένες δόσεις καταβολής. Η ρύθμιση είναι έντοκη, το δε επιτόκιο δεν μπορεί να υπερβαίνει το μέσο επιτόκιο ενός στεγαστικού δανείου ή το περιθώριο των 1,20 ποσοστιαίων μονάδων πέρα από το παρεμβατικό επιτόκιο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας.

Δυνατότητα συνεισφοράς του Δημοσίου

Το άρθρο 2 ρυθμίζει τη δυνατότητα συνεισφοράς του Δημοσίου στις περίπτωση που ο οφειλέτης αδυνατεί να καλύψει πλήρως τη δόση της ρύθμισης.

Σκοπός της προστασίας της κατοικίας είναι  να δημιουργήσει ένα δίχτυ ασφάλειας, ώστε οι οφειλέτες να είναι σε θέση να εκπληρώνουν από μόνοι τους, δίχως κρατική υποστήριξη, τις υποχρεώσεις που προκύπτουν για τη διάσωση της κύριας κατοικίας τους. Έχοντας απαλλαγεί από το υπέρμετρο χρέος και έχοντας διασφαλίσει αξιοπρεπείς συνθήκες διαβίωσης, οι οφειλέτες έχουν πλέον όλα τα κίνητρα και τις προϋποθέσεις να ανακτήσουν το εισόδημα που θα τους επιτρέπει να είναι συνεπείς στη ρύθμιση. Άλλωστε, η δυνατότητα αποπληρωμής μέσα σε χρονικό διάστημα έως και 35 έτη οδηγεί σε προσιτές καταβολές, ενώ η σχετική διάταξη επιτρέπει, για την αρχική τουλάχιστον περίοδο, τη δυνατότητα μειωμένων καταβολών υπό προϋποθέσεις.

Παρά ταύτα δεν αποκλείεται, μία κατηγορία αδύναμων συμπολιτών να μην είναι σε θέση να ανταποκριθεί για μία ορισμένη περίοδο στη ρύθμιση για την εξαίρεση της κατοικίας από τη ρευστοποίηση. Για τις περιπτώσεις αυτές προβλέπεται η δυνατότητα συνεισφοράς του Δημοσίου.  Ας μην παραβλέπεται, άλλωστε,  ότι η  βίαιη ρευστοποίηση της κατοικίας αδύναμων νοικοκυριών αναπόφευκτα θα οδηγούσε τα νοικοκυριά αυτά, έτσι κι αλλιώς,  στο κοινωνικό σύστημα της παροχής επιδότησης ενοικίου.  Έτσι,  προβλέπεται η δυνατότητα υποβολής αίτησης επιδότησης των δόσεων αποπληρωμής, με βάση τα κοινωνικά κριτήρια της νομοθετικής ρύθμισης για την επιδότηση ενοικίου, όπου η τοκοχρεολυτική δόση για την εξαίρεση της κατοικίας από τη ρευστοποίηση θα επέχει τη θέση του αντίστοιχου ενοικίου.

Προστασία αγροτικής περιουσίας

Το άρθρο 3 παρέχει τη δυνατότητα προστασίας της αγροτικής περιουσίας με αντίστοιχους με την προστασία της κατοικίας όρους.

Προϋπόθεση για την οικονομική και κοινωνική επανένταξη του υπερχρεωμένου οφειλέτη είναι αυτός να παραμείνει παραγωγικός, δηλαδή να μπορεί να καλύπτει τις εύλογες δαπάνες διαβίωσης του ίδιου και της οικογένειάς του.

Ωστόσο, υπάρχουν περιουσιακά στοιχεία τα οποία, αν ρευστοποιηθούν, ουσιαστικά αποκλείουν τον οφειλέτη από την άσκηση του μοναδικού επαγγέλματος, το οποίο με βάση την πείρα και τα προσόντα του είναι σε θέση να ασκήσει.

Τέτοια περίπτωση είναι αυτή των γεωργών ή των κτηνοτρόφων. Η ρευστοποίηση της ακίνητης αγροτικής περιουσίας ουσιαστικά οδηγεί στην περιθωριοποίηση των οφειλετών, οι οποίοι δυσχερώς θα μπορούσαν να ενσωματωθούν σε άλλη αγορά εργασίας. Ως εκ τούτου είναι εύλογο, με βάση τους σκοπούς της πτώχευσης του φυσικού προσώπου, να υπάρχει δυνατότητα εξαίρεσης των περιουσιακών στοιχείων που εξασφαλίζουν τη συνέχιση της παραγωγικότητας και την εργασιακή υπόσταση του οφειλέτη. Άλλωστε, στις περισσότερες περιπτώσεις, η αναγκαστική ρευστοποίηση της αγροτικής περιουσίας, ενόψει και των ηθών που επικρατούν στις αντίστοιχες περιοχές, είναι εξαιρετικά δυσχερής. Η δυνατότητα ρύθμισης με την αποπληρωμή ενός εύλογου για την εξαίρεση αυτή ποσού διασφαλίζει τελικά και την καλύτερη ικανοποίηση των πιστωτών.

Με το άρθρο 3  της τροπολογίας προβλέπεται, λοιπόν,  η  δυνατότητα του αγρότη οφειλέτη να ζητήσει την εξαίρεση από τη ρευστοποίηση τόσης αγροτικής ακίνητης περιουσίας του  όσης θα του επιτρέπει να εξακολουθεί να ασκεί το επάγγελμά του και να διαφυλάττει ένα αξιοπρεπές επίπεδο διαβίωσης για τον ίδιο και την οικογένειά του. Το δικαστήριο κρίνει, με βάση τις ιδιαιτερότητες κάθε περιοχής, την έκταση που θα μπορούσε να προσλάβει η εξαίρεση ρευστοποίησης. Η διάσωση της αγροτικής περιουσίας συντελείται με ανάλογους όρους με αυτούς της κύριας κατοικίας, δηλαδή με την καταβολή μέσα από μία μακρόχρονη ρύθμιση της αξίας ρευστοποίησης των ακινήτων.

Προσωρινή προστασία

Το άρθρο 4 προβλέπει την προσωρινή προστασία της κατοικίας μέχρι την κήρυξη της πτώχευσης και τη ρύθμιση από το πτωχευτικό δικαστήριο της οφειλής του άρθρου 1. Εφόσον πιθανολογείται η αποδοχή του αιτήματος ο δικαστής αναστέλλει οποιαδήποτε διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης έχει εκκινήσει ή ήθελε προκύψει.

Δικαίωμα προαίρεσης του δανειολήπτη στην αγορά του δανείου

Με το άρθρο 5  της τροπολογίας κατοχυρώνεται το δικαίωμα προαίρεσης του δανειολήπτη στην αγορά του δανείου. Η πώληση των δανείων είναι μία δυσμενής εξέλιξη για τον οφειλέτη. Ο τελευταίος χάνει τη σχέση του με την τράπεζα την οποία εμπιστεύτηκε για τη λήψη του δανείου του και είναι υποχρεωμένος να έχει ως συνομιλητή μία ξένη, κατά κανόνα, μικρότερη εταιρία, η οποία, δίχως κοινωνική ευθύνη και εκτός ουσιαστικού εποπτικού πλαισίου, ενδιαφέρεται μόνο για το γρήγορο κέρδος και τη ρευστοποίηση των ασφαλειών του δανείου και ουδόλως για τη διατήρηση ή αποκατάσταση μίας ισορροπημένης και μακρόχρονης πιστωτικής σχέσης με τον οφειλέτη. Από την άλλη, η τράπεζα προκειμένου να μειώσει κινδύνους και να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις για κεφαλαιακή επάρκεια οδηγείται συχνά σε απαξίωση των δανειακών της χαρτοφυλακίων και τελικά των περιουσιακών της στοιχείων.

Η προτεινόμενη ρύθμιση λαμβάνει υπόψη τόσο τα συμφέροντα των τραπεζών όσο και των δανειοληπτών και περιλαμβάνει ασφαλιστικές δικλείδες για την αποτροπή πρόκλησης εικονικά ‘’κοκκινισμένων’’ δανείων.

Ειδικότερα, σύμφωνα με τη ρύθμιση η τράπεζα υποχρεούται, πριν την πώληση του δανείου στα funds να δώσει στο δανειολήπτη τη δυνατότητα να αγοράσει ο ίδιος το δάνειο. Μάλιστα, όχι απαραίτητα στην ίδια τιμή με την τιμή πώλησης στο fund αλλά και σε υψηλότερη, γεγονός που εξασφαλίζει στην τράπεζα καλύτερες τιμές πώλησης που αντισταθμίζουν και τις ενδεχόμενες επιπτώσεις στην ομάδα των δανείων που προορίζονταν για πώληση. Συγχρόνως, ο δανειολήπτης, έχοντας πλέον μία σημαντική ελάφρυνση της οφειλής και καλύτερη προοπτική αποπληρωμής, μπορεί, αν όχι με τις δικές του δυνάμεις, να επιδιώξει είτε από πιστωτικά ιδρύματα είτε από το προσωπικό του περίγυρο, με ευνοϊκότερους όρους, την αναχρηματοδότηση της οφειλής του.

Το εν λόγω δικαίωμα προαίρεσης κατοχυρώνεται και όταν η πώληση επιχειρείται από το fund, δηλαδή την Εταιρεία Απόκτησης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις. Μόνο που στην περίπτωση αυτή η πρόσκληση προς τον οφειλέτη γίνεται στο ίδιο ποσόν με αυτό στο οποίο πρόκειται να προσφερθεί προς πώληση απαίτηση στην τράπεζα, δεδομένου ότι το fund έχει συμπεριλάβει στην τιμή αυτή το κέρδος του.

 

Τροπολογία – Προσθήκη

 

Στο σχέδιο νόμου του Υπουργείου Οικονομικών: «Ρυθμίσεις για την εξαγορά κατεχομένων ακινήτων της ιδιωτικής περιουσίας του Δημοσίου, ακινήτων του Ταμείου Εθνικής Άμυνας, λοιπές διατάξεις για την ιδιωτική περιουσία του Δημοσίου και άλλες διατάξεις αρμοδιότητας Υπουργείου Οικονομικών»

 

Άρθρο 1

Προστασία της κύριας κατοικίας

  1. Σε περίπτωση που υποβληθεί αίτηση για την πτώχευση φυσικού προσώπου, ο οφειλέτης μπορεί να υποβάλλει αίτημα να εξαιρεθεί από την εκποίηση βεβαρημένο ή μη με εμπράγματη ασφάλεια ακίνητο που χρησιμεύει ως κύρια κατοικία του, εφόσον η αντικειμενική αξία της κύριας κατοικίας κατά το χρόνο συζήτησης της αίτησης δεν υπερβαίνει τις διακόσιες χιλιάδες (200.000) ευρώ για τον άγαμο οφειλέτη, προσαυξημένη κατά πενήντα χιλιάδες ευρώ (50.000) ευρώ για τον έγγαμο οφειλέτη και κατά είκοσι πέντε χιλιάδες (25.000) ευρώ ανά τέκνο. Στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο ρυθμίζει την ικανοποίηση των πιστωτών μέχρι  και το  συνολικό ποσό που ανέρχεται στο ύψος της αξίας ρευστοποίησης του ακινήτου της κύριας κατοικίας στο πλαίσιο των διαδικασιών εκκαθάρισης της πτωχευτικής διαδικασίας, έτσι ώστε οι πιστωτές του να μην βρεθούν, χωρίς τη συναίνεσή τους, σε χειρότερη οικονομική θέση από αυτήν στην οποία θα βρίσκονταν αν δεν είχε αιτηθεί την εξαίρεση. Αν ο οφειλέτης κατοικεί ή διαμένει σε ξένο ακίνητο, τότε οι διατάξεις του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται και για το μοναδικό ακίνητο του οφειλέτη που μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως κατοικία. Η προστασία του ακινήτου, ισχύει, και εφόσον ο οφειλέτης έχει την επικαρπία ή ψιλή κυριότητα ή ιδανικό  μερίδιο επί αυτών. Σε περίπτωση που η αίτηση πτώχευσης υποβάλλεται από πιστωτές το αίτημα εξαίρεσης της πρώτης κατοικίας μπορεί να υποβληθεί μέχρι τη συζήτησή της στο πτωχευτικό δικαστήριο  ή μέχρι τη συμπλήρωση του χρονικού διαστήματος για την υποβολή παρέμβασης κατά της αίτησης.
  2. Η εξυπηρέτηση της οφειλής για την εξαίρεση της κύριας κατοικίας, γίνεται με επιτόκιο που ανέρχεται στο επιτόκιο των πράξεων κύριας αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, πλέον περιθωρίου 1,20 ποσοστιαίων μονάδων ή το μέσο περιθώριο που προκύπτει με βάση το μέσο επιτόκιο στεγαστικού δανείου με κυμαινόμενο επιτόκιο που ίσχυε, σύμφωνα με το στατιστικό δελτίο της Τράπεζας της Ελλάδος κατά τον τελευταίο μήνα για τον οποίο υφίσταται μέτρηση και όποιο από τα δύο είναι ευμενέστερο για τον οφειλέτη. Το δικαστήριο δύναται να ορίσει σταθερό επιτόκιο δύο (2) ποσοστιαίων μονάδων για την πρώτη πενταετία. Η περίοδος της ρύθμισης της τοκοχρεωλυτικής εξόφλησης του παρόντος άρθρου καθορίζεται αφού ληφθούν υπόψη το συνολικό ύψος της οφειλής, η οικονομική δυνατότητα και η ηλικία του οφειλέτη καθώς και τα εύλογα συμφέροντα των πιστωτών, δύναται όμως να φθάσει έως τα τριάντα πέντε (35) έτη, προκειμένου, με βάση το εισόδημα του οφειλέτη, να διασφαλίζεται  η πλήρη τοκοχρεολυτική αποπληρωμή του ποσού. Οι πιστωτές δύνανται, μετά από μία πενταετία κάθε φορά, να αιτούνται τη σύντμηση της περιόδου αποπληρωμής αν αυτό δικαιολογείται με βάση το εισόδημα του οφειλέτη. Αντίστοιχα, ο οφειλέτης δύναται να αιτείται την επιμήκυνση της περιόδου ρύθμισης μέχρι το ανώτατο όριο, εφόσον το εισόδημά του μειώθηκε και αδυνατεί να ανταποκριθεί στη ρύθμιση.
  3. Οι απαιτήσεις των πιστωτών ικανοποιούνται από τις καταβολές του οφειλέτη με βάση το παρόν άρθρο κατά αναλογική εφαρμογή των άρθρων 974 επ. Κ.Πολ.Δ. Για την εφαρμογή του προηγούμενου εδαφίου, η προσημείωση υποθήκης εξομοιώνεται με την υποθήκη και κατατάσσεται με βάση τη χρονική της προτεραιότητας.

4.Το δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο της οφειλής, την προσωπική, οικογενειακή και οικονομική κατάσταση του οφειλέτη και της οικογένειάς του, δύναται να ορίσει για την πρώτη τριετία εξυπηρέτησης του σχεδίου διευθέτησης οφειλής του παρόντος άρθρου, την καταβολή τμήματος της προκύπτουσας μηνιαίας τοκοχρεωλυτικής δόσης.

  1. Η μη τήρηση από τον οφειλέτη των υποχρεώσεων που επιβάλλονται κατ’ εφαρμογή του παρόντος άρθρου για την εξυπηρέτηση της ανωτέρω οφειλής, επιτρέπει στον πιστωτή να κινήσει διαδικασίες αναγκαστικής εκτέλεσης κατά του οφειλέτη και της μοναδικής κατοικίας του. Καταγγελία της ρύθμισης της παραγράφου 2 επιτρέπεται εφόσον ο οφειλέτης καθυστερεί υπαιτίως την καταβολή τεσσάρων (4) διαδοχικών μηνιαίων δόσεων ή καθυστερεί την καταβολή δόσεων της ρύθμισης, έτσι ώστε το συνολικό ύψος του ποσού σε καθυστέρηση να υπερβαίνει αθροιστικώς την αξία τεσσάρων (4) μηνιαίων δόσεων. Η προστασία του ακινήτου, σύμφωνα με τα προηγούμενα, ισχύει και εφόσον ο οφειλέτης έχει την επικαρπία ή ψιλή κυριότητα ή ιδανικό μερίδιο επ’ αυτών.
  2. Για την εφαρμογή του εδαφίου α’ της παραγράφου 1, ο οφειλέτης μπορεί να ζητήσει να ληφθεί υπόψη η εμπορική και όχι η αντικειμενική αξία της κύριας κατοικίας του οφειλέτη. Στην περίπτωση αυτή, οφείλει να προσκομίσει με την κατάθεση της αίτησης έκθεση πιστοποιημένου εκτιμητή, ο οποίος περιλαμβάνεται στο Μητρώο Πιστοποιημένων Εκτιμητών της Διεύθυνσης Οικονομικού Συντονισμού και Μακροοικονομικών Προβλέψεων της Γενικής Διεύθυνσης Οικονομικής Πολιτικής του Υπουργείου Οικονομικών. Αν το δικαστήριο δεν εξαιρέσει την κύρια κατοικία από τη ρευστοποίηση, τότε για δύο (2) έτη από τη δημοσίευση της απόφασης η τιμή πρώτης προσφοράς κατά τον πλειστηριασμό της δεν μπορεί να είναι κατώτερη του ορίου αξίας για την προστασία της κύριας κατοικίας κατά το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 1. Αν σε δύο διαδοχικούς πλειστηριασμούς, με τιμή πρώτης προσφοράς ίση με το όριο αξίας για την προστασία της κύριας κατοικίας κατά το πρώτο εδάφιο  της παραγράφου 1, δεν γίνει κατακύρωση, τότε ο οφειλέτης μπορεί να ζητήσει μεταρρύθμιση της απόφασης για τη δικαστική ρύθμιση των οφειλών του, προκειμένου να εξαιρεθεί η κύρια κατοικία του από τη ρευστοποίηση, εφόσον συντρέχουν και οι υπόλοιπες προϋποθέσεις του εδαφίου α’ της παραγράφου 1. Στη δίκη της αίτησης μεταρρύθμισης τεκμαίρεται αμάχητα ότι η εμπορική αξία της κατοικίας είναι κατώτερη του ορίου αξίας για την προστασία της κατά τη παράγραφο 1.
  3. Η απόφαση που εξαιρεί από την εκποίηση το ακίνητο της κύριας κατοικίας είναι αμέσως εκτελεστή και δεν επιτρέπεται δικαστική αναστολή της.

Άρθρο 2

Συνεισφορά  του Ελληνικού Δημοσίου

  1. Στην περίπτωση που το εισόδημα του οφειλέτη υπολείπεται ή είναι ίσο των εύλογων δαπανών διαβίωσης, όπως αυτές προσδιορίζονται από το Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη τις σχετικές αποφάσεις του Κυβερνητικού Συμβουλίου Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους ή τα αποτελέσματα της Έρευνας Οικονομικών Προϋπολογισμών (Ε.Ο.Π.) που διενεργεί κάθε χρόνο η Στατιστική Αρχή, και  η αξία της κατοικίας δεν υπερβαίνει τα δύο τρίτα (2/3) της αξίας που ορίζεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 1, ο οφειλέτης μπορεί να υποβάλει αίτηση στο Ελληνικό Δημόσιο για τη ολική ή μερική κάλυψη του ποσού της μηνιαίας καταβολής του σχεδίου διευθέτησης οφειλών του άρθρου 15, το οποίο ορίζει η δικαστική απόφαση, ενημερώνοντας σχετικά τους πιστωτές. Μετά την παρέλευση τριάντα (30) ημερών από την ημέρα δημοσίευσης της απόφασης, οποιοσδήποτε πιστωτής μπορεί να υποβάλει την αίτηση αυτής της παραγράφου για λογαριασμό του οφειλέτη, ενημερώνοντάς τον εγγράφως. Ο οφειλέτης υποχρεούται να καταβάλει το μέγιστο της δυνατότητας αποπληρωμής του και σε κάθε περίπτωση υποχρεούται στην καταβολή της  συνεισφοράς για την ολοκλήρωση της δόσης που ορίζεται με την εγκριτική απόφαση. Με την υποβολή της αίτησης το Δημόσιο αποκτά πρόσβαση σε όλα τα δεδομένα της πλατφόρμας του άρθρου 26 και έχει πρόσβαση ή απαιτεί σε όλα τα έγγραφα του φακέλου ή της δικογραφίας της αίτησης του άρθρου 5.
  2. Η συνεισφορά του Ελληνικού Δημοσίου στην αποπληρωμή της ρύθμισης του άρθρου 1 δεν μπορεί να υπερβαίνει σε διάρκεια τα τρία (3) έτη. Οι προϋποθέσεις και το ποσόν συνεισφοράς του Δημοσίου επανεξετάζονται αυτεπαγγέλτως κάθε έτος. Αν ο οφειλέτης δεν καταβάλει εγκαίρως τη συνεισφορά του, ο θιγόμενος πιστωτής υποχρεούται να ενημερώσει εγγράφως, περιλαμβανομένου του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, το αργότερο μέσα σε έναν (1) μήνα την Ειδική Γραμματεία Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους (Ε.Γ.Δ.Ι.Χ.). Αν ο πιστωτής παραλείψει την ενημέρωση του προηγούμενου εδαφίου και ο οφειλέτης εκπέσει ή δεν ευοδωθεί η απαλλαγή του κατά τις διατάξεις του πτωχευτικού νόμου, τότε ο πιστωτής υποχρεούται να επιστρέψει στο Ελληνικό Δημόσιο με το νόμιμο τόκο της παρ. 1 του άρθρου 53 του ν. 4174/2013 τα ποσά που αυτό κατέβαλε μετά την ασυνέπεια του οφειλέτη. Καθυστέρηση του Ελληνικού Δημοσίου να καταβάλει την εγκριθείσα συνεισφορά του ουδέποτε μπορεί να οδηγήσει σε έκπτωση του οφειλέτη κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 19. Με απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Ανάπτυξης και Επενδύσεων και  Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης και καθορίζονται τα κριτήρια προσδιορισμού του ύψους της συνεισφοράς του Δημοσίου, της ελάχιστης συνεισφοράς του οφειλέτη, καθώς και οι ειδικότεροι όροι και προϋποθέσεις για την εφαρμογή της παρούσας.
  3. Ο οφειλέτης, ο οποίος πληροί τις προϋποθέσεις για την ένταξη στον εκάστοτε ισχύοντα νόμο περί επιδότησης ενοικίου, μπορεί να υποβάλλει αίτηση επιδότησης με τις προϋποθέσεις του νόμου αυτού, λογιζομένης της μηνιαίας τοκοχρεολυτικής δόσης ως του αντίστοιχου ενοικίου.

Άρθρο 3

Προστασία αγρών

1.Ο οφειλέτης, ο οποίος είναι αγρότης στο επάγγελμα, για τον οποίο υποβάλλεται αίτηση πτώχευσης, μπορεί να αιτηθεί  να εξαιρεθούν από την εκποίηση, βεβαρημένοι ή μη με εμπράγματη εξασφάλιση, αγροί, τους οποίους  χρησιμοποιεί για την άσκηση του επαγγέλματός του και σε έκταση τέτοια που θα επιτρέπει σε αυτόν, λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο των εισοδημάτων του ίδιου και του συζύγου του, να καλύπτει τις εύλογες δαπάνες διαβίωσης και τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τον παρόντα νόμο.  Η εξαιρετέα έκταση αγρών καθορίζεται από το δικαστήριο αφού ληφθούν υπόψη οι ιδιαίτερες συνθήκες καλλιέργειας και αποδοτικότητας της γεωγραφικής περιοχής.

  1. Στην περίπτωση της προηγούμενης παραγράφου το δικαστήριο ρυθμίζει την ικανοποίηση των πιστωτών μέχρι το συνολικό ποσό που ανέρχεται στο ύψος της αξίας ρευστοποίησης των αγρών. Για τον τρόπο προσδιορισμού της αξίας και του ποσού προς αποπληρωμή, το επιτόκιο της ρύθμισης και τις απαιτήσεις των πιστωτών που ικανοποιούνται, εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις του άρθρου 1.

 

Άρθρο 4

Προσωρινή προστασία

Ο οφειλέτης ή κάθε άλλος που έχει έννομο συμφέρον μπορεί να ζητήσει από τον Πρόεδρο του αρμόδιου πτωχευτικού δικαστηρίου που δικάζει κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων την αναστολή της εκτελεστικής διαδικασίας σε βάρος της κατοικίας του οφειλέτη, σε οποιοδήποτε στάδιο κι αν αυτή βρίσκεται, ή  την απαγόρευση έναρξης τέτοιας.  Η προσωρινή προστασία παρέχεται σε κάθε περίπτωση  εφόσον πιθανολογούνται οι προϋποθέσεις της παραγράφου 1 του άρθρου 1 για την εξαίρεση της κατοικίας από τη ρευστοποίηση.

 

Άρθρο 5

  1. Μετά την παράγραφο 2 του άρθρου 3 του ν. 4354/2015 προστίθεται παράγραφος 2α που έχει ως ακολούθως:

«2α. Πιστωτικά ή χρηματοδοτικά ιδρύματα υποχρεούνται, τέσσερις μήνες πριν τη μεταβίβαση απαιτήσεών τους σε Εταιρείες Απόκτησης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις (ΕΑΑΔΠ), να απευθύνουν έγγραφη πρόσκληση προς τον οφειλέτη, εφόσον έχει ήδη κριθεί από τα αρμόδια όργανα της Τράπεζας ή με δικαστική απόφαση ότι αυτός δεν μπορεί να ανταποκριθεί πλήρως στις δανειακές του υποχρεώσεις, να προβεί ο ίδιος στην αγορά του δανείου σε ποσόν το οποίο δεν υπερβαίνει:

α) κατά είκοσι τοις εκατό (20%) το ποσό στο οποίο θα μεταβιβαστεί το δάνειο ή η πίστωση σε ΕΑΑΠΔ, εφόσον το ποσό αυτό υπερβαίνει το εξήντα τοις εκατό (60%) της οφειλής,

β) κατά σαράντα τοις εκατό (40%) το ποσό στο οποίο μεταβιβάζεται το δάνειο ή η πίστωση σε ΕΑΑΠΔ, εφόσον το ποσό αυτό υπερβαίνει το τριάντα τοις εκατό (30%) της οφειλής,

γ) κατά εβδομήντα τοις εκατό (70%) το ποσό στο οποίο μεταβιβάζεται το δάνειο ή η πίστωση σε ΕΑΑΠΔ, εφόσον το ποσό αυτό είναι κατώτερο της οφειλής του προηγούμενου εδαφίου.

Το ποσόν αγοράς των περιπτώσεων β και γ δεν μπορεί να υπερβαίνει ποσόν αγοράς που θα προέκυπτε αντίστοιχα από την εφαρμογή των ποσοστών υπέρβασης των περιπτώσεων α και β. Με την έγγραφη πρόσκληση το πιστωτικό ή χρηματοδοτικό ίδρυμα θέτει προθεσμία σαράντα ημερολογιακών ημερών στον οφειλέτη να απαντήσει εγγράφως αν θα ασκήσει το δικαίωμα προαίρεσης στην αγορά του δανείου, προκαταβάλλοντας το είκοσι τοις εκατό του ποσού στο οποίο διαμορφώνεται η οφειλή του. Ο οφειλέτης υποχρεούται να αποπληρώσει το υπόλοιπο της οφειλής εντός 36 μηνών, σε εξάμηνες χρεολυτικές δόσεις, από την αποστολή σε αυτόν της έγγραφης πρόσκλησης, εκτός αν συμφωνήσει με το πιστωτικό ή χρηματοδοτικό ίδρυμα, άλλη διάρκεια ή τρόπο αποπληρωμής. Σε περίπτωση μη αποπληρωμής χάνει το δικαίωμα προτίμησης και η προκαταβολή πιστώνεται σε αποπληρωμή της αρχικής οφειλής.

2β. Το δικαίωμα προτίμησης της προηγούμενης παραγράφου έχει ο οφειλέτης  και όταν  η Εταιρεία Απόκτησης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις μεταβιβάζει την απαίτηση σε πιστωτικό ή χρηματοδοτικό ίδρυμα. Στην περίπτωση αυτή η πρόσκληση προς τον οφειλέτη γίνεται στο ίδιο ποσόν με αυτό στο οποίο προσφέρεται  προς πώληση η απαίτηση στο πιστωτικό ή χρηματοδοτικό  ίδρυμα.»

Η διαδικασία αυτή εφαρμόζεται και για τις απαιτήσεις που μεταβιβάζονται από Εταιρείες Απόκτησης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις (ΕΑΑΔΠ) σε πιστωτικά ιδρύματα. ».

  1. Η παράγραφος 2α του άρθρου 3 του ν. 4354/2015 εφαρμόζεται αναλογικά και για τις απαιτήσεις που έχουν ήδη μεταβιβαστεί σε Εταιρείες Απόκτησης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις (ΕΑΑΔΠ) και δεν έχουν εξοφληθεί ή δεν έχουν διευθετηθεί στο ίδιο ή μικρότερο ύψος. Εντός δύο μηνών από την έκδοση της κοινής υπουργικής απόφασης της παρούσης παραγράφου οι ΕΑΑΔΠ υποχρεούνται να παράσχουν στους οφειλέτες τη δυνατότητα ρύθμισης οφειλής που δεν θα υπερβαίνει το ύψος που περιορίζεται σύμφωνα με την παραπάνω παράγραφο και σε διάρκεια που δεν μπορεί να είναι μικρότερη των 36 μηνών. Η απαλλαγή του οφειλέτη από το υπόλοιπο της οφειλής δύναται να τελεί υπό τον όρο τήρησης της ρύθμισης αυτής. Δεν μπορούν να επιβληθούν ή συνεχίσουν μέτρα αναγκαστικής εκτέλεσης σε βάρος του οφειλέτη για την ικανοποίηση απαιτήσεων της παρούσης παραγράφου αν δεν έχει παρέλθει άπρακτη η προθεσμία ρύθμισης ή έπαυσε αυτή να τηρείται για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τριών μηνών. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Ανάπτυξης και Επενδύσεων που εκδίδεται δύο μήνες από τη δημοσίευση του παρόντος καθορίζονται οι λεπτομέρειες εφαρμογής της ως άνω διαδικασίας.

 

Οι προτείνοντες βουλευτές

 

Μιχάλης Κατρίνης

Ευαγγελία Λιακούλη

Γεώργιος Αρβανιτίδης

Κωνσταντίνος Σκανδαλίδης

Νάντια Γιαννακοπούλου

Αντωνία (Τόνια) Αντωνίου

Ιλχάν Αχμέτ

Χρήστος Γκόκας

Γεώργιος Καμίνης

Χαράλαμπος Καστανίδης

Βασίλειος Κεγκέρογλου

Χαρά Κεφαλίδου

Οδυσσέας Κωνσταντινόπουλος

Δημήτριος Κωνσταντόπουλος

Ανδρέας Λοβέρδος

Γεώργιος Μουλκιώτης

Μπουρχάν Μπαράν

Δημήτριος Μπιάγκης

Απόστολος Πάνας

Γεώργιος Παπανδρέου

Ανδρέας Πουλάς

Γεώργιος Φραγγίδης

 


ΤΡΟΠΟΛΟΓΙΑ Αρ.1605/225/20.02.2023

Στο σχέδιο νόμου του Υπουργείου Οικονομικών: «Ρυθμίσεις για την εξαγορά κατεχομένων ακινήτων της ιδιωτικής περιουσίας του Δημοσίου, ακινήτων του Ταμείου Εθνικής Άμυνας, λοιπές διατάξεις για την ιδιωτική περιουσία του Δημοσίου και άλλες διατάξεις αρμοδιότητας Υπουργείου Οικονομικών»

Θέμα: «Προστασία των εγγυητών τραπεζικών δανείων και πιστώσεων»

 

Αιτιολογική Έκθεση

Με το προτεινόμενο άρθρο εισάγονται διατάξεις, οι οποίες σκοπό έχουν να αντιμετωπίσουν υπέρμετρες και άδικες σε βάρος των  εγγυητών διώξεις εκ μέρους των τραπεζών, και ιδίως των funds, για την ικανοποίηση των απαιτήσεων που αυτά διατηρούν κατά των πρωτοφειλετών.

Οι εγγυητές, στις περισσότερες των περιπτώσεων,  έχουν παράσχει  την εγγύησή τους,  ενεργώντας καλόπιστα στο πλαίσιο σχέσεων εμπιστοσύνης, συχνά μάλιστα και εξάρτησης, με διάθεση να βοηθήσουν τον οφειλέτη, έχοντας κατά κανόνα διαβεβαιώσεις, με βάση τα δεδομένα του χρόνου χορήγησης των δανείων, ότι δεν θα χρειαστεί να γίνει χρήση της εγγύησης. Ο εγγυητής, σε κάθε περίπτωση,  συμβάλλεται στη σύμβαση δανείου για να βοηθήσει τον δανειολήπτη και όχι για να τον υποκαταστήσει, κάνοντας όλο μάλιστα το χρέος δικό του. Οι τράπεζες και τα funds   οφείλουν να αναγνωρίζουν και να σέβονται τον αλλότριο και επικουρικό  χαρακτήρα του χρέους του εγγυητή. Ωστόσο, στην ακολουθούμενη σήμερα πρακτική, συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο. Οι πιστωτές εκμεταλλεύονται την αφιλοκερδή και αλτρουιστική στάση του εγγυητή,  υποβάλλοντας αυτόν   σε απηνείς διώξεις και πλειστηριασμούς, ακόμη και της κατοικίας τους.

Το πρόβλημα της εκμετάλλευσης των εγγυητών επιτείνεται και από το γεγονός ότι οι σχετικές συμβάσεις, κατά το σκέλος που αφορούν την εγγύηση, βρίθουν καταχρηστικών όρων. Οι εγγυητές υποχρεώνονται, με τα «ψιλά γράμματα» των συμβάσεων, να παραιτηθούν από την προστασία που τους παρέχει ο Αστικός Κώδικας. Μάλιστα, με αμετάκλητες δικαστικές αποφάσεις επί συλλογικών αγωγών, οι εν λόγω έχουν κριθεί  καταχρηστικοί. Αυτό είχε οδηγήσει, μάλιστα, στο πλαίσιο της σχετικής δυνατότητας που προβλέπεται στο Ν. 2251/1994 για την προστασία των καταναλωτών, να απαγορευθεί η χρήση των όρων αυτών με την με    αριθμό  Ζ1 – 798          Υπουργικής απόφασης του Υπουργού Ανάπτυξης (ΦΕΚ Β 1353/11.07.2008), όπως πλέον αυτή ισχύει και με τις τροποποιήσεις της. Παρά ταύτα, οι τράπεζες και τα funds δεν διστάζουν να συνεχίζουν να κάνουν χρήση των καταχρηστικών αυτών όρων.

Με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου εισάγονται κανόνες που προστατεύουν τους εγγυητές περιορίζουν την ευθύνη τους μέσα στα πλαίσια εκείνα που δικαιολογεί ο επικουρικός χαρακτήρας της εγγύησης, τους παρέχουν τη δυνατότητα ρύθμισης της οφειλής τους και τους προστατεύουν από καταχρηστικές πρακτικές.

Ειδικότερα:

Με την πρώτη παράγραφο οριοθετείται η ευθύνη των εγγυητών όταν πρόκειται για απαίτηση, η οποία έχει μεταβιβαστεί σε funds, ανεξαρτήτως της νομικής μορφής υπό την οποία τελείται η μεταβίβαση. Η μεταβίβαση των απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις στις εταιρείες  τελεί υπό την υποχρέωση των τελευταίων να προβούν σε αναδιάρθρωση των εν λόγω δανείων. Αυτός, άλλωστε, είναι και ο λόγος που οι μεταβιβάσεις γίνονται σε πολύ χαμηλότερη αξία της ονομαστικής. Γι’ αυτό και κάθε εταιρεία που διαχειρίζεται τέτοιες απαιτήσεις έχει ως υποχρέωση για τη χορήγηση της άδειας να καταθέτει  εμπεριστατωμένη έκθεση με αρχές και μεθόδους αναδιάρθρωσης. Σε μία αναδιάρθρωση δεν μπορεί να απαιτείται από τον εγγυητή να αναλάβει την πλήρη ευθύνη για ένα αλλότριο δάνειο, την αποπληρωμή του οποίου επικουρικά εγγυήθηκε. Η ευθύνη του οριοθετείται γι’ αυτό  μέχρι το σημείο εκείνο που  εγγυάται τα εύλογα κέρδη και οφέλη του νέου πιστωτή, δηλαδή της εταιρείας που ανέλαβε το δάνειο ή πίστωση (του fund). Έτσι, με την προτεινόμενη ρύθμιση,  η ευθύνη του εγγυητή οριοθετείται,  έχοντας ως βάση τη τιμή πώλησης του δανείου   που αφορά η εγγύηση. Ως τιμή πώλησης του δανείου λαμβάνεται το ποσοστό στο οποίο αντιστοιχεί το ποσό αγοράς σε σχέση με τη συνολική ονομαστική αξία των απαιτήσεων. Για τον υπολογισμό του τελικού ποσού για την καταβολή του οποίου ευθύνεται  ο εγγυητής εφαρμόζονται ποσοστά προσαύξησης. Προτείνονται τα ίδια ποσοστά προσαύξησης που έχει προτείνει το ΠΑΣΟΚ-Κίνημα Αλλαγής σε σχέση με την τιμή αγοράς και στην τροπολογία που κατέθεσε για την πρόβλεψη του δικαιώματος προαίρεσης. Έτσι:

Στην περίπτωση που το δάνειο έχει μεταβιβαστεί σε fund, η ευθύνη του εγγυητή περιορίζεται ανάλογα με την τιμή αγοράς   της απαίτησης από το fund (δηλαδή τη μέση τιμή χαρτοφυλακίου που ανήκει το δάνειο ή η πίστωση), και ειδικότερα η ευθύνη περιορίζεται σε ποσό που ανέρχεται στην τιμή  αγοράς της απαίτησης προσαυξημένη

α) κατά είκοσι τοις εκατό (20%), εφόσον η αγορά  έλαβε χώρα σε τιμή μεγαλύτερη του εξήντα τοις εκατό (60%) της απαίτησης,

β) κατά σαράντα τοις εκατό (40%), εφόσον η αγορά έλαβε χώρα  σε τιμή μεγαλύτερη του τριάντα τοις εκατό (30%)  της απαίτησης,

γ) κατά εβδομήντα τοις εκατό (70%),  εφόσον η αγορά έλαβε χώρα  σε τιμή κατώτερη του τριάντα τοις εκατό (30%)  της απαίτησης.

Σε περίπτωση που το fund ή η εταιρεία διαχείρισης δεν ενημερώνει τον εγγυητή για την τιμή αγοράς, η οφειλή του εγγυητή περιορίζεται στο 30% της απαίτησης.

 

Με την προτεινόμενη, επομένως, ρύθμιση εισάγεται ένα πλαφόν όσον αφορά την ευθύνη του εγγυητή, το οποίο αναμένεται να προσφέρει μία τεράστια ανακούφιση σε μία μεγάλη κατηγορία  συμπολιτών μας που αντιμετωπίζουν σήμερα την απειλή των πλειστηριασμών. Η διάταξη δεν εμποδίζει ασφαλώς την εταιρεία να διεκδικήσει από τον πρωτοφειλέτη το υπόλοιπο ποσόν. Πάντως, σε κάθε περίπτωση, σε συνάρτηση και με τη σχετική τροπολογία που έχει κατατεθεί από το ΠΑΣΟΚ-Κίνημα Αλλαγής, η εταιρία διαχείρισης οφείλει με βάση τον Κώδικα Δεοντολογίας να υποβάλλει  και προς αυτόν κατάλληλη πρόταση ρύθμισης.

Για την διασφάλιση  της εισαγόμενης προστασίας ρητά ορίζεται ότι το ανωτέρω όριο εξακολουθεί να ισχύει και αν η απαίτηση επιστρέψει στο πιστωτικό ή χρηματοδοτικό ίδρυμα.

Με τη δεύτερη  παράγραφο, στο πλαίσιο των περιπτώσεων της προηγούμενης παραγράφου, ο εγγυητής ανακτά το λεγόμενο δικαίωμα διζήσεως, κατά το άρθρο 855 Αστικού Κώδικα, ήτοι το δικαίωμα να αρνηθεί την καταβολή της οφειλής μέχρι ο δανειστής να επιχειρήσει αναγκαστική εκτέλεση εναντίον του πρωτοφειλέτη, ώστε να αμυνθεί σε περιπτώσεις που οι πλειστηριασμοί γίνονται για πρακτικούς λόγους των πιστωτών σε βάρος του παρά το γεγονός ότι ο πρωτοφειλέτης διαθέτει περιουσία.

Με την τρίτη  παράγραφο παρέχεται η δυνατότητα στον εγγυητή να  ρυθμίσει την οφειλή του, είτε έχει απέναντί του ως πιστωτή την τράπεζα είτε το fund.  Πράγματι, ο   εγγυητής, σε πολλές περιπτώσεις, ο εγγυητής αγνοεί  το γεγονός ότι ο πρωτοφειλέτης δεν πληρώνει τις  δόσεις του και επίκειται η καταγγελία της σύμβασης, ενώ και οι τράπεζες και οι εταιρείες διαχείρισης δεν του παρέχουν την αντίστοιχη ενημέρωση. Το αποτέλεσμα είναι να αιφνιδιάζεται  από την καταγγελία του δανείου, την οποία και αδυνατεί άμεσα να αποπληρώσει.  Με την προτεινόμενη διάταξη καθιερώνεται το δικαίωμα του εγγυητή να ρυθμίσει την οφειλή του από τη σύμβαση  στη διάρκεια που εναπόμενε για την αποπληρωμή του δανείου στο χρόνο καταγγελίας του, προσαυξημένη κατά τουλάχιστον τέσσερα έτη. Σε περίπτωση που πρόκειται για σύμβαση ανοικτής πίστωσης, η εν λόγω περίοδος ρύθμισης ανέρχεται σε έξι έτη.

Τέλος, με την τέταρτη παράγραφο διευκρινίζεται ρητά ότι δεν εφαρμόζονται γενικοί όροι των συμβάσεων δανείων ή πιστώσεων με πιστωτικά ή χρηματοδοτικά ιδρύματα που έχουν κριθεί αμετάκλητα ως καταχρηστικοί με βάση δικαστικές αποφάσεις επί συλλογικών αγωγών, με την παράλληλη όμως επισήμανση ότι για τα ζητήματα που ρυθμίζουν οι όροι αυτοί  εφαρμόζονται οι αντίστοιχες διατάξεις του Αστικού Κώδικα. Είναι απαράδεκτο εγγυητές, χωρίς καμία διαπραγματευτική δύναμη στη διαμόρφωση των όρων, να στερούνται το πρότυπο  προστασίας που ο ίδιος ο νόμος, εν προκειμένω δηλαδή το θεμελιώδες νομοθέτημα του Αστικού Κώδικα, καθιερώνει. Η ισχύς της προτεινόμενης διάταξης αναμένεται να συνεισφέρει στην απαλλαγή από χρέη αξιόλογου  αριθμού εγγυητών, απέναντι στους οποίους οι τράπεζες και τα funds επέδειξαν αλαζονική και καταχρηστική συμπεριφορά.

 

Τροπολογία – Προσθήκη

 

Στο σχέδιο νόμου του Υπουργείου Οικονομικών: «Ρυθμίσεις για την εξαγορά κατεχομένων ακινήτων της ιδιωτικής περιουσίας του Δημοσίου, ακινήτων του Ταμείου Εθνικής Άμυνας, λοιπές διατάξεις για την ιδιωτική περιουσία του Δημοσίου και άλλες διατάξεις αρμοδιότητας Υπουργείου Οικονομικών»

 

Άρθρο …

        Προστασία των εγγυητών τραπεζικών δανείων  και πιστώσεων

 

  1. Η οφειλή του εγγυητή για συμβάσεις δανείου ή πίστωσης που έχουν συναφθεί με πιστωτικά ή χρηματοδοτικά ιδρύματα, οι απαιτήσεις των οποίων έχουν μεταβιβαστεί σε Εταιρείες Απόκτησης Απαιτήσεων από δάνεια ή πιστώσεις ή έχουν μεταβιβαστεί μέσω τιτλοποιήσεων δεν μπορεί να υπερβαίνει ποσόν που αντιστοιχεί στην αξία αγοράς της απαίτησης, προσαυξημένη

α) κατά είκοσι τοις εκατό (20%), εφόσον η αγορά έλαβε χώρα σε τιμή μεγαλύτερη του εξήντα τοις εκατό (60%) της ονομαστικής αξίας της απαίτησης,

β) κατά σαράντα τοις εκατό (40%), εφόσον η αγορά έλαβε χώρα  σε τιμή μεγαλύτερη του τριάντα τοις εκατό (30%)  της ονομαστικής αξίας της απαίτησης,

γ) κατά εβδομήντα τοις εκατό (70%),  εφόσον η αγορά έλαβε χώρα  σε τιμή κατώτερη του τριάντα τοις εκατό (30%)  της ονομαστικής αξίας της απαίτησης.

Ως αξία αγοράς της απαίτησης θεωρείται η αξία που προκύπτει εφαρμόζοντας  επί της ονομαστικής αξίας της απαίτησης το ποσοστό της τιμής  αγοράς του   χαρτοφυλακίου σε σχέση με τη ονομαστική αξία του συνόλου των απαιτήσεων που αυτό αφορά.

Ο πιστωτής ή η εταιρεία διαχείρισης των ανωτέρω απαιτήσεων  οφείλει να γνωστοποιήσει, εντός τεσσάρων μηνών από την ισχύ του παρόντος άρθρου ή την επέλευση της μεταβίβασης,  τα ανωτέρω στοιχεία που οριοθετούν το ύψος της απαίτησης κατά του εγγυητή. Σε περίπτωση μη τήρησης της υποχρέωσης του προηγούμενου εδαφίου η οφειλή του εγγυητή περιορίζεται στο 30% της απαίτησης κατά του πρωτοφειλέτη, με την επιφύλαξη ευμενέστερου για τον εγγυητή καθορισμού λόγω της συνδρομής της υπό γ) περίπτωσης.

Ο περιορισμός της οφειλής του εγγυητή, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρούσης παραγράφου, ισχύει και στην περίπτωση που ήθελε αναμεταβιβαστεί η απαίτηση από το δάνειο ή την πίστωση στο πιστωτικό ή χρηματοδοτικό ίδρυμα που το είχε χορηγήσει.

 

  1. Ο εγγυητής έχει, στην περίπτωση της προηγούμενης παραγράφου, σε κάθε περίπτωση το δικαίωμα του άρθρου 854 Αστικού Κώδικα.

 

  1. Σε περίπτωση που η σύμβαση δανείου με το τραπεζικό ή πιστωτικό ίδρυμα ή η σύμβαση ρύθμισης που αφορά οφειλή από τέτοιο δάνειο έχει καταγγελθεί, ο εγγυητής έχει το δικαίωμα να απαιτήσει,  τη ρύθμιση της οφειλής, με τους ίδιους συμβατικούς όρους,  στο χρονικό διάστημα που εναπόμενε σύμφωνα με τη σύμβαση κατά το χρόνο καταγγελίας, προσαυξημένο κατά τουλάχιστον τέσσερα (4) έτη. Σε περίπτωση που η καταγγελία αφορά  σύμβαση ανοικτής πίστωσης ο εγγυητής μπορεί να αιτηθεί  τη ρύθμιση της οφειλής του για τουλάχιστον έξι (6) έτη. Το δικαίωμα της παρούσης παραγράφου έχει ο εγγυητής από την έναρξη ισχύος του παρόντος και μέχρι την παρέλευση δύο μηνών από την πρόσκληση του από τον πιστωτή  για ρύθμιση της οφειλής του σύμφωνα με τα προηγούμενα εδάφια.
  2. Στη θέση των γενικών όρων συναλλαγών που περιορίζουν τα δικαιώματα των εγγυητών και περιλαμβάνονται στον κατάλογο των καταχρηστικών ρητρών της με   αριθμό  Ζ1 – 798 Υπουργικής Απόφασης του Υπουργού Ανάπτυξης (ΦΕΚ Β 1353/11.07.2008), όπως ισχύει, εφαρμόζονται για τα ζητήματα που αφορούν οι αντίστοιχες διατάξεις του Αστικού Κώδικα.

 

Οι προτείνοντες βουλευτές

Μιχάλης Κατρίνης

Ευαγγελία Λιακούλη

Γεώργιος Αρβανιτίδης

Κωνσταντίνος Σκανδαλίδης

Νάντια Γιαννακοπούλου

Αντωνία (Τόνια) Αντωνίου

Ιλχάν Αχμέτ

Χρήστος Γκόκας

Γεώργιος Καμίνης

Χαράλαμπος Καστανίδης

Βασίλειος Κεγκέρογλου

Χαρά Κεφαλίδου

Οδυσσέας Κωνσταντινόπουλος

Δημήτριος Κωνσταντόπουλος

Ανδρέας Λοβέρδος

Γεώργιος Μουλκιώτης

Μπουρχάν Μπαράν

Δημήτριος Μπιάγκης

Απόστολος Πάνας

Γεώργιος Παπανδρέου

Ανδρέας Πουλάς

Γεώργιος Φραγγίδης

Μπορείτε να δείτε τις Τροπολογίες και στο www.pasok.gr.